ἄκμων

ἄκμων, -ονος
Grammatical information: m.
Meaning: `anvil' (Il.), also `meteoric stone' (Hes. Th. 722), = οὑρανός η σίδηρον H., = ἀλετρίβανος (`pestle'), Κύπριοι H.
Compounds: ἀκμό-θε-τον n. (Hom.) `basis of an anvil', with the root of τίθημι.
Origin: IE [Indo-European] [19] *h₂eḱmōn `stone'
Etymology: Old word for `stone', found in several languages: Skt. áśman- m. `stone, heaven(?)' (a stone vault?, Reichelt IF 32, 23ff., Fraenkel KZ 63, 183f., cf. ἄκμων `meteoric stone' and `heaven'); Av. asman- `stone, heaven', OP. asman- `heaven'; Lith. akmuõ, -eñs `stone' (with regular depalatalization before m; ãšmens `sharp side, edge' with aš- from other positions). - The relation of these words to OCS kamy, -ene `stone' and the Germanic group ON hamarr `hammer' (orig. of stone) is much discussed. One supposes the root aḱ- `sharp' in ἀκή etc. On these questions see the lit. in Mayrh. EWAia 1.137, e.g. Maher, JIES 1 (1973) 441ff. and EIEC 547.
Page in Frisk: 1,54

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἄκμων — meteoric stone masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άκμων — I Ένα από τα τρία οστάρια που βρίσκονται στην κοιλότητα του μεσαίου αφτιού και σχηματίζουν αλυσίδα, η οποία συνδέει το εσωτερικό τοίχωμα του έξω αφτιού με το εξωτερικό τοίχωμα του λαβύρινθου. Ο ά. βρίσκεται ανάμεσα στα άλλα δύο, τα οποία είναι η… …   Dictionary of Greek

  • ἀκμῶν — ἀκμάζω to be in full bloom fut part act masc voc sg ἀκμάζω to be in full bloom fut part act neut nom/voc/acc sg ἀκμάζω to be in full bloom fut part act masc nom sg (attic epic ionic) ἀκμή point fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκμόνων — ἄκμων meteoric stone masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄκμον — ἄκμων meteoric stone masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄκμονα — ἄκμων meteoric stone masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄκμονας — ἄκμων meteoric stone masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄκμονες — ἄκμων meteoric stone masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄκμονι — ἄκμων meteoric stone masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄκμονος — ἄκμων meteoric stone masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄκμοσι — ἄκμων meteoric stone masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.